ζουζούνι


ζουζούνι
[зузуни] ουσ. о. насекомое.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζουζούνι" в других словарях:

  • ζουζούνι — το κάθε μικρό έντομο και κυρίως όσα αναπτύσσονται στα όσπρια και στα σιτηρά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ. που δημιουργήθηκε από τον ήχο ζου ζου] …   Dictionary of Greek

  • ζουζούνι — το ιού (από τον ήχο ζου ζου), μικρό έντομο που ζουζουνίζει: Με την άνοιξη ακούστηκαν τα ζουζούνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζούζουλο — το 1. μικρό ζώο, ζωύφιο, ζούδι 2. δαιμόνιο, στοιχειό, φάντασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σλαβ. zuzel «κάνθαρος» ή < μσν. ζωΰλλιον «ζωύφιο». Υπάρχει και η άποψη ότι πρόκειται περί μεταπλασμένης μορφής τού τ. ζουζούνι (ζουζούνι > ζού ζουνο >… …   Dictionary of Greek

  • ζουζουνίζω — και ζουζουρίζω (για έντομα) παράγω τον γνωστό ήχο «ζζζ...», βουίζω, ζιζινίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. ζουζουνίζω < ζουζούνι ο τ. ζουζουρίζω < ζουζουνίζω κατά τα ρ. σε ουρίζω (πρβλ. νια ουρίζω, γουργ ουρίζω, κλαψ ουρίζω κ.τ.ό.)] …   Dictionary of Greek

  • ζούζουρας — ο έντομο που παράγει βοή, κάθε έντομο που κάνει βόμβο όταν πετά, ο βάβουλας ή η βάβουλα, η χρυσόμυγα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. πρόκειται για ονοματοποιημένη λ. από τον ήχο ζου ζου (πρβλ. ζουζούνι) κατά τα βάβουρας, μπάμπουρας κ.τ.ό. ή για υποχωρητικό… …   Dictionary of Greek